.

Up
Παρακμή
Αναδημιουργία
Πρώτο Λιμάνι της Χώρας
Αναγέννηση του Πειραιά
Αθηναϊκή Δημοκρατία
Ελευσίνα
2.500 χρόνια της ιστορίας
Σπουδαίοι άνθρωποι
Χρονολογικός χάρτης
Επιστήμη
Εμπόριο
Θουκυδίδης
Φιλοσοφία
Τα κτίρια
Η Εξέλιξη της Πόλης
Νεότερη Εποχή






Εμπόριο

«Ο Πειραιάς και το θαλάσσιο εμπόριο στην Αρχαία Ελλάδα»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Αθήνα υπήρξε κατά πολλούς η σημαντικότερη πόλη του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Ελάχιστοι όμως είναι αυτοί που έχουν συνειδητοποιήσει την αξία που έδωσε ο Πειραιάς στο κλεινόν άστυ. Το φυσικό λιμάνι στο νότο της Αθήνας έδωσε σε αυτήν τη δυνατότητα και τη δύναμη να αναπτυχθεί σημαντικά στη ναυτιλία και το εμπόριο και να δημιουργήσει έναν ισχυρότατο στόλο. Ο Πειραιάς, βρίσκεται στη βραχώδη χερσόνησο του Σαρωνικού κόλπου και χάρη στη φυσική του διαμόρφωση διαθέτει τρία λιμάνια. Το μεγαλύτερο από αυτά είναι ο Μέγας Λιμήν ή Κάνθαρος, το δεύτερο είναι η Ζέα και το τρίτο και μικρότερο το λιμάνι της Μουνιχίας.

Το 510 περίπου π.Χ. ο τύραννος Ιππίας θέλησε να οχυρώσει το λόφο της Μουνιχίας για να εγκαταστήσει εκεί την έδρα της εξουσίας του, όμως εξορίστηκε πριν προλάβει να πραγματοποιήσει τη μεταφορά αυτή. Με τις πολιτειακές αλλαγές που έκανε ο Κλεισθένης το 508 π.Χ. και 507 π.Χ., ο δήμος του Πειραιά μαζί με τους γειτονικούς δήμους αποτέλεσαν μια τριττύ που ανήκε στην Ιπποθοωντίδα φυλή. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο Θεμιστοκλής πρώτος το 492 π.Χ. «είχε την τόλμη να προτείνει στους Αθηναίους να στραφούν προς τη θάλασσα και, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, έθεσε τις βάσεις για την ηγεμονία τους. Ακολουθώντας την πολιτική αυτή οι Αθηναίοι έχτισαν τείχη γύρω από τον Πειραιά…». Η αρχική πρόταση του Θεμιστοκλή είχε σκοπό να στρέψει προς τα κει την προσοχή των Αθηναίων ώστε να μεταφέρουν το κέντρο του αθηναϊκού υπερπόντιου εμπορίου και τον πολεμικό ναύσταθμο της πόλης, που προηγουμένως ήταν στο Φάληρο.
 

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ

Οι Αθηναίοι, λίγο πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας ανακάλυψαν στο Λαύριο πλούσια φλέβα μεταλλεύματος η οποία συντέλεσε σημαντικά στην ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών. Από την ενοικίαση σε ιδιώτες του δικαιώματος εκμετάλλευσης, η πολιτεία αποκόμισε σημαντικά κεφάλαια, τα οποία, κατά τα δημοσιονομικά έθιμα της εποχής, έπρεπε να διανείμει μεταξύ των πολιτών. Όμως ο Θεμιστοκλής, επεμβαίνοντας στην κατάλληλη στιγμή και με την ευρύτητα της σκέψης που τον χαρακτήριζε, συμβούλευσε τους Αθηναίους αντί να ξοδέψουν με αυτόν τον τρόπο τα χρήματα, να τα δαπανήσουν για την ενίσχυση της ναυτικής δύναμης και την κατασκευή νέου, ασφαλούς λιμανιού. Μάλιστα επέμενε στην ενίσχυση της ναυτικής δύναμης της πολιτείας γιατί φοβόταν εκδίκηση των Περσών μετά από την ήττα τους στο Μαραθώνα και γιατί θεωρούσε τη ναυτική ισχύ ως το μόνο μέσο σωτηρίας των Αθηναίων.

Η πολιτική αντίδραση στο ευρύ ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή ήταν μεγάλη, ενώ ο κύριος αντίπαλός του ήταν ο Αριστείδης, πολιτικός αντίθετου χαρακτήρα. Στη διαμάχη όμως μεταξύ των δύο πολιτικών νικητής βγήκε ο Θεμιστοκλής και έτσι, χάρη στην επικράτηση του προοδευτικού αυτού προγράμματος άρχισε η οικονομική ανόρθωση της Αθήνας και του Πειραιά. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα φιλελεύθερων αρχών ξεκίνησε η Αθήνα την πραγματοποίηση του μεγάλου σχεδίου της για να καταστεί χάρη στον Πειραιά παραθαλάσσια πόλη και τα σχετικά έργα άρχισαν από τη βόρεια πλευρά του Πειραιά.

Ο κίνδυνος που είχε προβλέψει ο Θεμιστοκλής δεν άργησε να φανεί και έφτασε μια μέρα που οι Αθηναίοι αντίκρισαν τον πολυάριθμο στόλο των Περσών. Όμως ήταν ήδη έτοιμοι από ναυτικής άποψης να τον αντιμετωπίσουν και έτσι επακολούθησε η ναυμαχία της Σαλαμίνας. Η επικράτηση των Αθηνών στη ναυμαχία και η επαλήθευση των προβλέψεων του Θεμιστοκλή έπεισαν τον Αθηναϊκό λαό ότι βασικό στοιχείο της ύπαρξής του ήταν η ενίσχυση του Πειραιά ώστε αυτό το λιμάνι να αποβεί ασφαλές τόσο για πολεμικούς όσο και για εμπορικούς σκοπούς.

Μετά την εισβολή των Περσών άρχισε η ανοικοδόμηση της πόλης και του λιμανιού που είχαν υποστεί ζημιές. Σύμφωνα με το σχέδιο του Θεμιστοκλή κατασκευάστηκε το τείχος του Πειραιά που είχε περίμετρο 60 στάδια. Το κολοσσιαίο αυτό έργο δεν ήταν μόνο ύψιστης στρατηγικής σημασίας έρεισμα για την απόκρουση οποιασδήποτε εισβολής και την προστασία των πολεμικών ναύσταθμων, αλλά, ακόμη, παρείχε αρκετή ασφάλεια για την ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος. Η ατμόσφαιρα ασφάλειας εντός των τειχών του Πειραιά τόνωσε την εμπορική δραστηριότητα, διευκόλυνε την εγκατάσταση βιομηχανιών και ευνόησε το διαμετακομιστικό εμπόριο. Οι ξένοι έβρισκαν στον Πειραιά ασφαλή τοποθέτηση των προϊόντων τους ενώ η κίνηση αυτή ενίσχυε το δημόσιο ταμείο μέσω των εσόδων από τους δασμούς εισαγωγής και εξαγωγής.


ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Στη μεγάλη φυσιογνωμία του Περικλή οι Πειραιώτες βλέπουν τον τολμηρό πολιτικό, που αντιλαμβανόμενος τα μεγάλα προβλήματα της εποχής του θέλει να αποπερατώσει επιτυχώς το μεγαλοφυές πρόγραμμα του Θεμιστοκλή. Το πολίτευμα γίνεται δημοκρατικότερο και η ισότητα μεταξύ των πολιτών εντονότερη, εκτός φυσικά από τους δούλους και τους μέτοικους. Το πρόγραμμα του Περικλή δεν είναι μόνο οικονομικοπολιτικό αλλά και κοινωνικό. Το κράτος αναλαμβάνει την ταχτοποίηση των άπορων τάξεων, τη φροντίδα της απασχόλησης των άνεργων, τη μόρφωση και την ψυχαγωγία των φτωχών πολιτών, την περίθαλψη των ασθενών και τη χορήγηση συντάξεων στα θύματα πολέμου.

Είναι η εποχή κατά την οποία ο Πειραιάς βρίσκεται στο ζενίθ της δημιουργίας. Όλα κινούνται με μεγάλη ένταση για την κατασκευή των λιμανιών, των πολεμικών εγκαταστάσεων, την αποπεράτωση των τειχών της πόλης και των ναύσταθμων. Η πόλη ανοικοδομείται με αρχιτεκτονικό σχέδιο.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς άρχισαν τα έργα και αν η εντολή της ρυμοτομίας της πόλης δόθηκε στον Ιππόδαμο από τον Θεμιστοκλή ή τον Περικλή. Πάντως ο Ιππόδαμος ήταν έμπειρος στα πολεοδομικά και τα λιμενικά. Η εκτέλεση όλου του έργου φαίνεται ότι διήρκεσε 60 χρόνια και κλήθηκαν πολλοί ειδικοί από όλη την Ελλάδα. Στην ανέγερση των τειχών οι Αθηναίοι επέδειξαν οικονομική και τεχνική υπεροχή ενώ στη ρυμοτομία λήφθηκε υπόψη και η μελλοντική ανάπτυξη νέων οικισμών. Με λίγα λόγια η ανάπτυξη του Πειραιά έγινε με εξαιρετικό τρόπο και σχέδιο που όχι μόνο ήταν λειτουργικό αλλά λάμβανε υπόψη και μελλοντικές εξελίξεις. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται τα σχέδια του Θεμιστοκλή. Αναγείρονται καλλιτεχνικά οικοδομήματα για τη στέγαση διάφορων οικονομικών υπηρεσιών και τη αποθήκευση εμπορευμάτων, κυρίως σιταριού.

Μέσα από τη λήψη μιας σειράς νομοθετικών μέτρων με σκοπό την προώθηση του εμπορίου και την κυριαρχία στις θάλασσες, η οικονομική ζωή του Πειραιά παρουσίασε μεγάλη ανάπτυξη. Το λιμάνι έγινε το κέντρο συνάντησης όλων των ναυτιλλόμενων ενώ οι απέραντες στοές και οι αποθήκες δέχονταν εμπορεύματα από όλο τον κόσμο των ξένων και των Ελλήνων εμπόρων.

Στον Πειραιά διαμορφωνόταν η διεθνής χρηματιστηριακή τιμή των ειδών. Εκεί γίνονταν οι ναυλώσεις για μεγάλα ταξίδια και το κλείσιμο μεγάλων δουλειών. Εκεί υπήρχαν πλοία έτοιμα για πώληση. Μέσω του Πειραιά η Αθήνα επικοινωνούσε με όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Στην εποχή του Περικλή αναδείχθηκε σε ωραία και εμπορική πόλη. Τότε μάλιστα κατασκευάστηκε και η Αγορά.


Η Αττική δεν ήταν καθόλου εύφορη περιοχή. Αντίθετα ήταν μάλλον πετρώδης και όταν άρχισε ο πληθυσμός της να αυξάνει δυσκολευόταν να συντηρήσει τους κατοίκους της, οι οποίοι κατάλαβαν ότι μόνο μέσω του θαλάσσιου εμπορίου θα μπορούσαν να επιβιώσουν.

Η εξέχουσα γεωγραφική του θέση στον αρχαίο κόσμο, η οξυδέρκεια των πολιτικών αρχηγών και το επιχειρηματικό πνεύμα των κατοίκων, κυρίως όμως η άριστη φυσική διαρρύθμιση των λιμανιών του, που παρουσίαζαν ιδεώδες καταφύγιο για τα πλοία, κατέστησαν τον Πειραιά κέντρο οικονομικής αλλά και πολιτιστικής κίνησης, που δύσκολα έβρισκε όμοιό του στον αρχαίο κόσμο. Η κίνηση αυτή, λοιπόν, έρχεται από τον 5ο αιώνα με το Θεμιστοκλή, τον εμπνευστή και θεμελιωτή της ναυτικής δύναμης της Αθήνας, κορυφώνεται με τον Περικλή και συνεχίζεται όλο τον 4ο αιώνα. Στα 200 αυτά χρόνια ο Πειραιάς ήταν ο εμπορικός σταθμός και το κέντρο όλης της Ελλάδας, η αποθήκη όπου συγκεντρώνονταν τα προϊόντα από τους διάφορους τόπους παραγωγής τόσο για την τοπική κατανάλωση όσο και για τη διοχέτευση σε άλλες αγορές.

Ο Πειραιάς υπήρξε το μεγαλύτερο πλουτοπαραγωγικό στοιχείο της Αρχαίας οικονομίας στην Αττική. Τα εισοδήματα που προέρχονταν από το εμπόριο του λιμανιού και την εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρίου, ήταν τα μεγαλύτερα του κρατικού προϋπολογισμού. Έτσι εξηγείται πώς αυτός ο σχετικά άγονος και περιορισμένος τόπος κατόρθωσε χάρη στη θέση του και την οικονομική αντίληψη των κατοίκων όχι μόνο να επιβληθεί σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο αλλά και να παρουσιάσει μια ανώτερη μορφή τέχνης και να φτάσει στην κορυφή της προόδου της ανθρώπινης διανόησης. Η ολοκλήρωση της οικονομικής δραστηριότητας του Πειραιά και της φήμης του ως μεγάλου λιμανιού συντελέσθηκε μέσω της κυριαρχίας στις θάλασσες. Η ανάπτυξη της ναυτιλίας και της ναυπηγίας αντιστάθμισαν το ελάττωμα της άγονης αττικής γης. Η ισορροπία αποκαταστήθηκε και ο Πειραιάς ανέλαβε πλέον, μέσω μιας συστηματικής εμπορικής πολιτικής να συγκεντρώνει το μονοπώλιο ορισμένων εμπορευμάτων και πρώτων υλών και να καθίσταται πηγή ανάπτυξης του πολιτισμού των Αθηνών.


Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΚΜΗΣ

Η κλασική οικονομία της ακμής θα μπορούσε να ονομαστεί κεφαλαιοκρατική, με περιορισμένη έννοια βέβαια, καθώς γνώρισε το μεγάλο εισαγωγικό εμπόριο, τη βιοτεχνία με εξαγωγικές δυνατότητες, την επιχείρηση ως οικονομική μονάδα, τον εκχρηματισμό των συναλλαγών, την εμπορική πολιτική εκ μέρους του κράτους, την οργάνωση των δημόσιων οικονομικών κλπ. Παρόλο που στην Ελλάδα του 5ου και 4ου αι. π.Χ. υπήρχαν πολλά σημαντικά και ανθηρά κέντρα όπως η Θήβα, η Σπάρτη και η Κόρινθος, ο Πειραιάς ήταν αυτός που κατόρθωσε να συγκεντρώσει το εμπορικό και βιομηχανικό ενδιαφέρον της εποχής, μετά την αναγνώρισή του ως λιμάνι της Αθήνας.

Η μεγάλη αυτή οικονομική ανάπτυξη του Πειραιά ήταν ωφέλιμη στους Αθηναίους. Απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών και εξασφάλιζε την πολιτική υπεροχή των Αθηνών έναντι των άλλων πόλεων. Επίσης, η εμπορευματική κίνηση του λιμανιού σε συνδυασμό με τις τουριστικές επισκέψεις των ξένων εξασφάλιζε σταθερά εισοδήματα στον προϋπολογισμό του δήμου. Συνέπεια της οικονομικής αυτής άνθησης ήταν η εμφάνιση στον Πειραιά διάφορων φαινομένων οικονομικού χαρακτήρα, τα περισσότερα από τα οποία γνώρισαν τελειότητα έκφρασης. Έτσι, λειτούργησε ένας άρτιος οργανισμός του λιμανιού, με ειδικούς χώρους για τελωνεία, αποθήκες εμπορευμάτων και ναυπηγεία, παράλληλα με τη λειτουργία Χρηματιστηρίου εμπορευμάτων, Τραπεζών, εργοστασίων επισκευής πλοίων, καταστημάτων ειδών ναυτιλίας κλπ.

Κατά τους θερινούς μήνες κατέφθαναν στη θέση του «Εμπορίου» δεκάδες εμπορικά πλοία που έφερναν από έξω προϊόντα και φόρτωναν τους καρπούς της Αθηναϊκής γης. Στο χώρο του «Εμπορίου» υψωνόταν και η περίφημη «Αλφιτόπωλις Στοά» στην οποία αποθηκεύονταν κριθάρια, και γενικώς δημητριακά- κυρίως σιτάρι, προϊόν που ήταν ιδιαίτερα απαραίτητο για την Αθήνα που συχνά αναγκαζόταν να προσανατολίζει όλη την εξωτερική της πολιτική σε συμμαχίες τέτοιες που να μπορούσαν να βοηθήσουν στην εξασφάλιση της ροής στην Αθήνα των πολύτιμων σιτηρών.

Κοντά στο «Εμπόριο» υπήρχε και το κτίριο του «Δείγματος», στο οποίο οι έμποροι εξέθεταν δείγματα των εμπορευμάτων τους και γινόταν συζήτηση επί των τιμών με τους υποψήφιους αγοραστές. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το Δείγμα έμοιαζε με το σημερινό Χρηματιστήριο, δεδομένου ότι εκεί γίνονταν διαπραγματεύσεις για τις τιμές των προϊόντων. Πάντως το σύστημα αυτό ήταν μεγάλης σημασίας για το εμπόριο χοντρικής, καθώς χάρη σε αυτό μπορούσαν να πραγματοποιηθούν παραγγελίες μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων βάση δείγματος.


ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Την εμπορική κίνηση διευκόλυναν κατά πολύ και οι Τράπεζες, που μπορεί βέβαια να μη λειτουργούσαν με τη σημερινή μορφή, αλλά δεν έπαυαν να είναι οργανισμοί μεγάλης σημασίας για την οικονομική ζωή. Οι τραπεζίτες, που κατά τον 5ο αι. αντικατέστησαν τους αργυραμοιβούς, δέχονταν ιδιωτικές και δημόσιες καταθέσεις, διαχειρίζονταν περιουσίες και ιδιωτικές επιχειρήσεις, αναλάμβαναν την είσπραξη εσόδων, την πληρωμή δανείων ή την αποστολή χρημάτων και ακόμα παραχωρούσαν δάνεια είτε με εγγύηση είτε με ενέχυρο στους εμπόρους του Πειραιά.


ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Την εποχή εκείνη ο Πειραιάς έσφυζε από ζωή, ήταν γεμάτος από ανθρώπους που σχετίζονταν με το εμπόριο και η έντονη ατμόσφαιρα πολύ απείχε από τη γαλήνη και τον πνευματισμό της Αθήνας. Στο λιμάνι κυκλοφορούσαν κάθε λογής άνθρωποι. Στο «Εμπόριο» οι Άρχοντες εισέπρατταν τους δασμούς και επιτηρούσαν τα σιτηρά που έφταναν· πληροφοριοδότες, πάντα είχαν μια είδηση να μεταφέρουν, ακριβή ή όχι· ναυτικοί, αχθοφόροι, τραπεζίτες, άνθρωποι που μετέφεραν επιστολές εμπορικού περιεχομένου, άλλοι που ενδιαφέρονταν για τη σύναψη δανείων, αλλά και μικροαπατεώνες και καιροσκόποι συνέθεταν το τοπίο. Υπήρχε επίσης και μια άλλη, λίγο περίεργη κατηγορία ανθρώπων του λιμανιού, αυτοί που αναζητούσαν μάρτυρες. Ήταν πρόσωπα που σκόπευαν να πραγματοποιήσουν μια σημαντική συναλλαγή και ήθελαν αυτή να πραγματοποιηθεί μπροστά σε όσο το δυνατόν περισσότερους μάρτυρες!

Στην περιοχή αυτή έπνεε ένας γενικότερος αέρας ελευθερίας. Πρώτα- πρώτα συναναστρέφονταν άνθρωποι από διαφορετικούς τόπους. Αλλά το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμα και οι δούλοι ήταν πιο ελεύθεροι στο λιμάνι. Πάντα, βέβαια, μετά από άδεια του κυρίου τους, μπορούσαν ακόμα και να κυβερνήσουν πλοία, ή και να εκπροσωπήσουν τον κύριό τους σε μακρινά λιμάνια. Είχαν τη δυνατότητα να παρίστανται ως διάδικοι σε δικαστήρια που εκδίκαζαν εμπορικές υποθέσεις πράγμα που απαγορευόταν ρητά στα συνήθη δικαστήρια.

Στον Πειραιά κατέφθαναν και πολλοί ξένοι, είτε ως έμποροι είτε ως ταξιδιώτες που έρχονταν για να θαυμάσουν τις εγκαταστάσεις του λιμανιού αλλά και το άστυ. Όλους αυτούς η πόλη ήθελε να τους προσελκύσει, γιατί όσο περισσότεροι ήταν τόσο περισσότερα εμπορεύματα θα εισάγονταν και τόσο μεγαλύτερες εξαγωγές θα πραγματοποιούνταν. Επίσης, τόσο περισσότεροι θα γίνονταν μισθοφόροι και πιο πολλοί φόροι θα εισπράττονταν. Έτσι, την προσέλευση και παραμονή των ξένων διευκόλυνε με κάθε τρόπο, ακόμα και στην επιτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων! Οι ξένοι από τη μεριά ευχαρίστως έρχονταν να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους στον Πειραιά γιατί ήξεραν ότι φεύγοντας θα έπαιρναν μαζί τους και ως νόμισμα την αθηναϊκή δραχμή που ήταν ιδιαίτερα ισχυρή σε όλες τις ξένες αγορές.

Για να είναι δυνατή η άνθιση του εμπορίου και της βιομηχανίας στο λιμάνι, ήταν απαραίτητη τόσο η εξασφάλιση της διαρκούς εισαγωγής διάφορων αγαθών, και ειδικά αυτών πρώτης ανάγκης, όσο και η δυνατότητα ελέγχου των θαλάσσιων οδών μέσω των οποίων διενεργούνταν η μεταφορά των αγαθών. Σε αυτό ανεκτίμητη ήταν η συμβολή των αποικιών, που παρείχαν ασφαλείς ναυτικές βάσεις στο στόλο των Αθηναίων και διευκόλυναν την αγορά και μεταφορά των διαφόρων ειδών. Ταυτόχρονα ήταν και καλές αγορές των βιομηχανικών προϊόντων της Μητρόπολης.

Η Αθήνα με την ενίσχυση του λιμανιού του Πειραιά απέβλεπε στα οικονομικά οφέλη, που θα προέρχονταν από την ανάπτυξη της εμπορικής και βιομηχανικής κίνησης και που θα αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο τη βάση όλης της οικονομικής ζωής της. Πράγματι, την κίνηση αυτή εκμεταλλεύτηκαν με την επιβολή δασμών στα εισαγόμενα είδη, αλλά και σε αυτά που απλώς θα διαμετακομίζονταν.

Η κυριαρχία στις θάλασσες, που με τόσες δαπάνες και κόπους επιτεύχθηκε, εξασφάλιζε εκτός των γνωστών πολιτικών πλεονεκτημάτων και αξιόλογα έσοδα. Η θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων και πρώτων υλών μεταξύ των διάφορων πόλεων επιτρεπόταν μόνο μετά από άδεια της Αθήνας. Η Αθήνα βέβαια έδινε την άδεια με δύο τρόπους· είτε με αντάλλαγμα είτε με τον εξαναγκασμό να εκφορτώνονται τα προϊόντα στον Πειραιά και έπειτα να επανεξάγονται, οπότε και εισέπραττε το φόρο τόσο της εισαγωγής όσο και της εξαγωγής. Γενικά πάντως, η ολοένα και αυξανόμενη δύναμη της Αθήνας βρήκε στον Πειραιά το ανάλογο λιμάνι για την απόκτηση ναυτικής ισχύος και ασφάλειας. Τεράστιο μέρος του μεγαλείου της οφείλει η Αθήνα στην απόφαση των πολιτών της να δημιουργήσουν το λιμάνι του Πειραιά και να συγκεντρώσουν σε αυτό το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής κίνησης.

Η οικονομία της αρχαίας Ελλάδας ήταν κατά βάση γεωργική ενώ το εμπόριο διεξαγόταν τοπικά, μεταξύ των κατοίκων της ίδιας πόλης και των γειτονικών της. Υπήρχαν βέβαια και πόλεις με καθαρά εμπορικό χαρακτήρα όπως η Ρόδος, η Δήλος κτλ ή και με βιομηχανικό, όπως η Κόρινθος, η Αίγινα και τα Μέγαρα. Αλλά μόνο ο Πειραιάς είχε ανεπτυγμένους όλους ταυτόχρονα τους κλάδους του εμπορίου και της βιομηχανίας και μάλιστα σε βαθμό μεγαλύτερο από όλες τις άλλες πόλεις. Οι κύριοι βιομηχανικοί κλάδοι που αναπτύχθηκαν στον Πειραιά ήταν τέσσερις: η ναυπηγική, η αγγειοπλαστική, η υφαντουργία και η επεξεργασία μετάλλων για πολεμικούς κυρίως σκοπούς. Εκτός βέβαια από τους βιομηχανικούς κλάδους που έδωσαν μεγάλη οικονομική και εμπορική ώθηση στον Πειραιά, συνυπήρχαν και άλλοι δευτερεύοντες κλάδοι, τα βιοτεχνικά εργαστήρια. Αυτά ήταν απαραίτητα όχι μόνο για τις ανάγκες της βιομηχανικής, ναυτιλιακής και εμπορικής κίνησης, αλλά και για τις ανάγκες της ιδιωτικής ζωής των πολιτών. Έτσι, είχαμε οικονομικούς και ξυλουργικούς κλάδους, επιπλοποιεία, αρτοποιεία, βαφεία κτλ.

Όπως αναφέρθηκε, στον Πειραιά εκτελέστηκαν κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. διάφορα λιμενικά έργα για να διευκολυνθεί η λειτουργία του λιμανιού. Υπήρχαν ειδικές εγκαταστάσεις για την φόρτωση, εκφόρτωση και φύλαξη των πλοίων αλλά και για τη φύλαξη, έκθεση και πώληση των εμπορευμάτων. Τα σπουδαία αυτά έργα εξασφάλιζαν ασφάλεια και ευχέρεια κινήσεως στο λιμάνι, όμως παράλληλα συνέβαλλαν και στην αύξηση της εμπιστοσύνης των εμπόρων και ναυτιλλομένων. Έτσι, η εμπορική κίνηση συνεχώς μεγάλωνε και ο Πειραιάς έλκυε όλο και περισσότερους εμπόρους. Σε όλα αυτά τα κρατικά έργα, ήρθε να προστεθεί και η ιδιωτική πρωτοβουλία με τη δημιουργία εργαστηρίων και καταστημάτων που παρείχαν με επάρκεια τα απαραίτητα για τους ξένους. Εκεί μπορούσε κανείς να προμηθευτεί προϊόντα της αθηναϊκής γης και βιοτεχνίας αλλά και ό,τι χρειαστεί για τον απόπλου και τη διάρκεια ενός ταξιδιού.

Παράλληλα με την εκτέλεση των διάφορων λιμενικών έργων, δημιουργήθηκε στον Πειραιά ένα άρτιο διοικητικό σύστημα για την επίβλεψη και τον έλεγχο της κίνησης του λιμανιού και της αγοράς, αλλά και για την είσπραξη των διάφορων δασμών.

Αυτός ο οικονομικός οργανισμός όμως συνεπάγεται την ανάγκη ύπαρξης ενός κρατικού σχεδίου κατεύθυνσης, προστασίας και ελέγχου της οικονομικής ζωής. Η ανάγκη αυτή παρουσιάζεται εξίσου επιτακτική και για την Αθήνα, αφού οι δύο πόλεις αποτελούν τμήματα του ίδιου οικονομικού συγκροτήματος και η τύχη της μιας είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την τύχη της άλλης. Πράγματι, η Αθήνα, αφού έστρεψε το βλέμμα της στον Πειραιά, δεν έπαψε ποτέ να τον ενισχύει. Γι’ αυτό θέσπισε μια σειρά μέτρων προαγωγής του εμπορίου και της βιομηχανίας και εξάσκησαν πολιτική που έτεινε προς τη μονοπώληση του διεθνούς εμπορίου.

Για τη ρύθμιση των συναλλαγών μεταξύ των ανθρώπων που ασχολούνταν με τη θάλασσα και το εμπόριο υπεύθυνο ήταν το εμπορικό δίκαιο. Τον πυρήνα του αποτελούσαν οι εμπορικές συνήθειες που είχαν διαμορφωθεί κυρίων στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά οι κυρώσεις των παραβατών του επιβάλλονταν από το δίκαιο της πόλης. Το εμπορικό δίκαιο ήταν διαφορετικό από τα άλλα δίκαια και είχε ένα χαρακτήρα αρκετά προοδευτικό και σχετικά οικουμενικό. Μάλιστα σε αυτό περιλαμβάνονταν και διατάξεις από νομοθετικά συστήματα και άλλων Πόλεων- Κρατών. Η κοινή αποδοχή του δικαίου αυτού από όλες τις πόλεις, ήταν αναγκαία γιατί αν π.χ. μια πόλη διατηρούσε ένα διαφορετικό δίκαιο, οι ναυτικοί θα την απέφευγαν γιατί εκεί θα ήταν υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν ένα δίκαιο άλλο από αυτό που ήξεραν. Επιπλέον, δεν ήταν δυνατό ένα εσωτερικό δίκαιο να έχει τη δυνατότητα να επιλύει διαφορές που ενδεχομένως να προέκυπταν ανάμεσα σε εμπόρους της πόλεις και αλλοδαπών. Με λίγα λόγια, οι πόλεις ήταν αναγκασμένες να αποδεχτούν ένα δίκαιο κοινό για να μην αποκλειστούν από τις θαλάσσιες εμπορικές συναλλαγές.

Το εμπορικό δίκαιο χαρακτηριζόταν από απλούστευση, αυστηρότητα, και ταχύτητα αλλά και από ένα κοσμοπολίτικο γνώρισμα. Παρόλα αυτά, κάθε πόλη είχε τη σχετική ελευθερία να επιβάλλει ορισμένους ρυθμιστικούς κανόνες που αφορούσαν την ίδια και τους πολίτες της, αναφορικά με το θαλάσσιο εμπόριο. Έτσι, για παράδειγμα, η Αθήνα απαγόρευε την εξαγωγή σιταριού που είχε παραχθεί εντός των ορίων της Αττικής, δεδομένου ότι η Αττική γη δεν ήταν εύφορη και δεν συνέφερε την πόλη η εξαγωγή αγαθών που ήταν απαραίτητα για την επιβίωσή της.


ΕΜΠΟΡΟΔΙΚΕΙΑ

Για το αν υπήρχαν δικαστήρια που ειδικεύονταν σε εμπορικές υποθέσεις δεν υπάρχει μια σαφής απάντηση. Πιστεύεται, όμως, ότι μάλλον τέτοιες υποθέσεις εκδικάζονταν στα κοινά δικαστήρια, όπου η αμεροληψία των δικαστών εξασφαλιζόταν από την κλήρωσή τους το πρωί της μέρας της δίκης. Έτσι, λοιπόν, μάλλον τα συνηθισμένα δικαστήρια λειτουργούσαν ενίοτε και ως εμποροδικεία. Για να έχουν το δικαίωμα οι πολίτες να παραστούν ως διάδικοι στα εμποροδικεία, χρειαζόταν μόνο να δηλώσουν και να είναι σε θέση να αποδείξουν ότι είναι έμποροι ή ναύκληροι. Δε χρειαζόταν καν να είναι ελεύθεροι ή αθηναίοι πολίτες· και εδώ επανερχόμαστε στην παρατήρηση ότι το λιμάνι του Πειραιά ήταν ένας χώρος αρκετά φιλελεύθερος για τα δεδομένα της εποχής. Στα εμποροδικεία, λοιπόν, είχαν είσοδο οι πάντες και μάλιστα κάποιος μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπος με το εξής παράδοξο: ήταν δυνατό να αντιδικούν ντόπιοι και αλλοδαποί ή ακόμα ελεύθεροι και δούλοι!

Σύμφωνα με το Δημοσθένη, οι δίκες που σχετίζονταν με το θαλάσσιο εμπόριο έπρεπε να διεξάγονται από το Σεπτέμβρη μέχρι το Μάρτη, που το λιμάνι του Πειραιά ήταν κλειστό λόγω καιρικών συνθηκών.* Οι αποφάσεις έπρεπε να εκδίδονται μέσα σε ένα μήνα ώστε με το άνοιγμα του καιρού και του λιμανιού να μπορούσαν τα πλοία να αποπλεύσουν.

Οι πιο συχνές δίκες αφορούσαν τα ναυτικά δάνεια, μια και οι κανόνες τους ήταν κάπως ιδιόμορφοι. Ο δανειστής δάνειζε με τόκο κατά πολύ υψηλότερο από τα συνήθη δάνεια, όμως υπέγγυο ήταν μόνο το συγκεκριμένο πλοίο με το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η μεταφορά του εμπορεύματος. Αν το πλοίο επέστρεφε σώο στο λιμάνι, τότε ο δανειστής εισέπραττε τόσο το κεφάλαιο όσο και τους τόκους. Αν όμως το πλοίο χανόταν σε ναυάγιο, τότε έχανε τα πάντα εφόσον δεν είχε δικαίωμα επί της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη. Η ιδιομορφία αυτή του ναυτικού δανείου έδινε αφορμή για διάφορες απάτες δανειζόμενων που για να γλιτώσουν την αποπληρωμή του δανείου μπορούσαν ακόμα και να βουλιάξουν το καράβι ώστε να μην επιστρέψει.


ΕΜΠΟΡΙΟ

Το εμπόριο διενεργούνταν σύμφωνα με το σύστημα της ελεύθερης συναλλακτικής οικονομίας, ενώ υπήρχαν βέβαια και ορισμένα εμποροκρατικά μέτρα που είχαν κυρίως σκοπό θρησκευτικό, πολιτικό ή ηθικό. Η Αττική δεν μπορούσε να ακολουθήσει πολιτική αυτάρκειας, παρόλο που πολλοί την υποστήριζαν, γιατί είχε ανάγκη από σιτάρι και ξυλεία, κυρίως για τη ναυπηγική, αγαθά που η αττική γη δεν παρείχε. Έτσι, άρχισε να υποστηρίζεται η εξαγωγή γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων αλλά και η επικερδής βιομηχανία κεραμικών και επεξεργασίας μετάλλων. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώχθηκε η εξασφάλιση των απαραίτητων εισαγωγών από το εξωτερικό.

Οι αντιλήψεις των αρχαίων για το εμπόριο ήταν κάπως ιδιόμορφες. Γενικά θεωρούσαν τους εμπόρους απαραίτητους όμως έτρεφαν ιδιαίτερη εκτίμηση στους μεγαλέμπορους, ενώ περιφρονούσαν τους μικρέμπορους. Η θέση τους ήταν ότι η οργάνωση του μεγαλεμπορίου ήταν τέτοια που επιβαλλόταν να λειτουργεί σύμφωνα με αρχές ειλικρίνειας και ευθύτητας, ενώ οι μικρέμποροι λόγω του μικρού κεφαλαίου που διαχειρίζονταν ήταν εύκολο να υποπέσουν σε σφάλματα ηθικής φύσης. Εκτός από αυτό βέβαια, η συνεισφορά των μεγαλέμπορων στο εξωτερικό εμπόριο ήταν εξαιρετικά σημαντική αντίθετα με τους μικρέμπορους που δε συνέβαλλαν σχεδόν καθόλου.

Το εξαγωγικό εμπόριο των Αθηναίων ήταν πολύ μικρό σε σύγκριση με τις τεράστιες ποσότητες εισαγόμενων προϊόντων. Η Αττική παρήγαγε και εξήγαγε μόνο κρασί, λάδι και μέλι, αγαθά που μαζί με τα μέταλλα του Λαυρίου και τα βιομηχανικά προϊόντα, κυρίως της αγγειοπλαστικής, αποτελούσαν τον κύριο κορμό των εξαγωγών που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να αντισταθμίσει τις εισαγωγές.


ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η εμποροναυτική υπεροχή του Πειραιά σε συνδυασμό με την πολιτική επέκταση των Αθηνών προκάλεσε την αντιζηλία των πόλεων, που είχαν δοκιμάσει τον αντίκτυπο μιας τόσο λαμπρής οικονομικής εξέλιξης. Από την εποχή της νίκης κατά των Περσών και μετά από την κατασκευή των τειχών της Αθήνας και των λιμανιών του Πειραιά, οι άλλες σημαντικές μέχρι τότε πόλεις έβλεπαν με φθόνο τη διαρκή επέκταση των οικονομικών συμφερόντων των Αθηναίων.

Η αντιζηλία μεταξύ της Αθήνας και των άλλων ελληνικών πόλεων δεν ήταν μόνο οικονομικής φύσης αλλά και πολιτικής. Η Σπάρτη με το ολιγαρχικό πνεύμα ήταν ο αντίποδας του δημοκρατικού πνεύματος των Αθηναίων. Η Κόρινθος, που δέχθηκε οικονομικό πλήγμα από την εμπορική και βιομηχανική ανάπτυξη του λιμανιού του Πειραιά, υποδαύλιζε τη δυσαρέσκεια των σύμμαχων πόλεων κατά της Αθήνας. Μέσα σε μια τόσο ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, δεν έμενε παρά μόνο η αφορμή για να εκραγεί η τόσο καταστρεπτική σύρραξη.

Όλα τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα του Πειραιά και η μεγαλοφυής οικονομική πολιτική των αρχηγών παραμερίσθηκαν από το μίσος που υπέβοσκε των ανταγωνιστών πόλεων της Αθήνας για την καταστροφή της Αττικής. Η σχετιά γρήγορη ανάπτυξη στον Πειραιά τόσων οικονομικών κλάδων παραμέρισε βίαια τις πολυετείς προσπάθειες των άλλων πόλεων για τη δημιουργία εμπορικών και βιομηχανικών κέντρων. Εκτός από την Κόρινθο και την Αίγινα και τα Μέγαρα υπέστησαν τον αδυσώπητο ανταγωνισμό του Πειραιά γιατί αυτός απορρόφησε τους ξένους αφού με τη βιοτεχνία του τους παρείχε περισσότερη προστασία και προνόμια. Οι άλλες πόλεις έβλεπαν την συνεχή καταστροφή των βιοτεχνιών τους και κατά συνέπεια τη διαρροή των πελατών του προς τον Πειραιά.

Έτσι, τα βασικά αίτια του μεγάλου και εξαντλητικού πολέμου που προμηνυόταν ήταν κυρίως οικονομικά, όπως άλλωστε είναι και των περισσότερων πολέμων της νεότερης ιστορίας.

Από το 431 π.Χ. ο Πειραιάς άρχισε με τον πόλεμο να χάνει τα οικονομικά οφέλη που είχε αποκτήσει μετά από τόσες προσπάθειες των αρχηγών και των κατοίκων. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος υποχρέωσε του κατοίκους της Αττικής να ζητήσουν καταφύγιο εντός των τειχών της πόλης Πειραιά και Αθήνας, γιατί στην ύπαιθρο δεν υπήρχε ασφάλεια. Η συγκέντρωση του πληθυσμού της υπαίθρου στον περιορισμένο χώρο του Πειραιά και η έλλειψη πρόνοιας από το κράτος για τη στέγαση και σίτιση τόσων κατοίκων δημιούργησε σημαντικότατα προβλήματα. Οι συνθήκες διαμονής ήταν εξαιρετικά δυσμενείς ενώ παράλληλα δυσκόλευαν και τις πολεμικές προσπάθειες των κατοίκων. Ως επιστέγασμα όλων αυτών των προβλημάτων ήρθε να προστεθεί ο λοιμός που έπληξε το Πειραιά για τρία χρόνια και αποδεκάτισε τον πληθυσμό του.

Από το λοιμό ο Περικλής έχασε τους δύο γιους του και άλλα προσφιλή του πρόσωπα, ενώ μετά από δυόμισι περίπου χρόνια απεβίωσε και ο ίδιος αφήνοντας την Αθήνα χωρίς ισχυρό αρχηγό σε μια από τις σημαντικότερες στιγμές της ιστορίας της. Ο λοιμός και ο θάνατος του Περικλή ήταν οι τραγικές συνέπειες της έκρηξης του Πελοποννησιακού πολέμου που προκάλεσε σοβαρές καταστροφές στην πόλη και το λιμάνι του Πειραιά. Τα εισοδήματα του λιμανιού μειώθηκαν στο ελάχιστο και η εμπορική και βιομηχανική κίνηση υπέστησαν μεγάλη κρίση. Αντίθετα, οι πολεμικές δαπάνες αυξάνονταν δυσανάλογα και από τις ιδιωτικές περιουσίες άλλες μεταφέρονταν στο εξωτερικό και άλλες εξαφανίζονταν.

Η ιστορία της περιόδου του Πελοποννησιακού πολέμου είναι γεμάτη προδοσίες, διαιρέσεις και σκευωρίες. Είναι μια εποχή που στον Πειραιά είναι εμφανής η παρακμή σε κάθε επίπεδο. Οι άνθρωποι ήταν στραμμένοι προς μια ζωή πρόχειρη, χωρίς πνευματικούς καθοδηγητές, χωρίς ιδανικά, ανταγωνίζονταν για την εξασφάλιση του μεγαλύτερου ατομικού οφέλους σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Η διαφθορά έκανε την εμφάνισή της στις δημόσιες υπηρεσίες και κανείς πλέον δεν ασχολιόταν με το δημόσιο συμφέρον. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα διαφθοράς και εγωισμού, το πραγματικό εμπορικό πνεύμα είχε χαθεί. Η αποτυχία της εκστρατείας στη Σικελία, η κατάλυση των δημοκρατικών αρχών, οι απώλειες στους Αιγός Ποταμούς αλλά και η συνεχής διαρροή συμμάχων οδήγησαν στην ανεπιτυχή για την Αθήνα έκβαση του πολέμου. Το κλεινόν άστυ είχε ταπεινωθεί και ο πόλεμος είχε τελειώσει μια εξευτελιστική για την Αθήνα συνθηκολόγηση.


ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Η Σπάρτη ζήτησε να κατεδαφιστούν τα τείχη του Πειραιά, τα Μακρά Τείχη και οι ναύσταθμοι και να παραδοθούν όσα πλοία είχαν απομείνει. Ακόμα, απαίτησε την αναγνώριση της σπαρτιατικής ηγεμονίας, την αποδοχή κοινών εχθρών και φίλων και την συνεκστρατεία σε όλους τους πολέμους. Το ατυχές αποτέλεσμα ενός τόσο μακρού πολέμου στέρησε στον Πειραιά όλες τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηριζόταν η σημαντικότερη οικονομική ζωή της πόλης. Τα αποθέματα των εμπορευμάτων και τροφίμων είχαν εξαντληθεί, τα κεφάλαια των επιχειρήσεων είχαν εξανεμιστεί, το ηθικό των πολιτών είχε καταπέσει, ο κατακτητής ήταν απαιτητικός και σκληρός. Κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν ήταν δυνατό ο Πειραιάς να ελπίζει σε καλυτέρευση της οδυνηρής θέσης στην οποία βρισκόταν.

Το κόμμα των ολιγαρχικών στην Αθήνα συνεργάστηκε με τους κατακτητές Σπαρτιάτες για την εγκαθίδρυση δικτατορίας τριάντα ανδρών, που αργότερα ονομάστηκαν τριάκοντα τύραννοι. Οι Τριάκοντα, αντί να μεριμνήσουν για την ανασυγκρότηση των δημόσιων υπηρεσιών και την αναδιοργάνωση της οικονομίας, το μόνο που έκαναν ήταν να ασκούν πολιτική τρομοκρατίας. Στον Πειραιά τοποθετήθηκαν δέκα άρχοντες προσκείμενοι στους Τριάκοντα, οι οποίοι έφεραν την οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης σε χειρότερο σημείο από αυτό που είχε φτάσει με το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το εμπόριο είχε σχεδόν νεκρωθεί στο λιμάνι, και περιορίστηκε μόνο σε τρόφιμα. Οι βιομηχανίες και οι άλλες υπερπόντιες επιχειρήσεις είχαν προ πολλού διαλυθεί, ενώ η ανεργία ήταν το σημαντικότερο πρόβλημα των κατοίκων. Ας μην ξεχνάμε ότι η πόλη του Πειραιά χτίστηκε και αναπτύχθηκε με κέντρο το λιμάνι. Με την κατάρρευσή του, ήταν αναμενόμενο η πόλη να αντιμετωπίζει σημαντικότατα προβλήματα.

Η αντίδραση δε θα μπορούσε να καθυστερήσει άλλο και φάνηκε το χειμώνα του 404 π.Χ. με πρωτεργάτη το Θρασύβουλο. Οι «επαναστάτες» κατέλαβαν το λόφο της Μουνιχίας όπου ενώθηκαν με όλους τους αγωνιστές της αντίστασης που καταδιώκονταν από τους Τριάκοντα. Η κίνηση αυτή του Θρασύβουλου, αν και καταπνίχθηκε, ήταν το έναυσμα ώστε η Σπάρτη να προβεί στην κατάλυση τόσο των Τριάκοντα όσο και των δέκα αρχόντων του Πειραιά. Ήταν γεγονός μεγάλης πολιτικής σημασίας γιατί αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την επαναφορά του τόπου σε περίοδο ομαλότητας. Η πολιτεία επανήλθε στους νόμους του Σόλωνα, οι δημόσιες υπηρεσίες αποκαταστάθηκαν και άρχισε η λήψη διοικητικών μέτρων για τη λύση των προβλημάτων που είχαν προκύψει από τον καταστροφικό πόλεμο. Η ελευθερία και η κατοχύρωση της ιδιωτικής περιουσίας ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου προγράμματος. Η δημοκρατία είχε κατοχυρωθεί και είχε αποφευχθεί η τελειωτική καταστροφή των οικονομικών.

Παρόλα αυτά, η οικονομική κατάσταση του Πειραιά δεν ήταν δυνατόν να μεταβληθεί σημαντικά γιατί η πόλη των Αθηνών μετά την ήττα του 405 είχε περιοριστεί στην Αττική και τη Σαλαμίνα. Ο ζωτικός χώρος μέσα στον οποίο άλλοτε κινούνταν η οικονομική δραστηριότητα του Πειραιά είχε αφαιρεθεί από τους κατακτητές. Οι μεγάλες επιχειρήσεις είχαν ατονήσει και η γεωργία είχε σχεδόν καταστραφεί. Το λιμάνι που κάποτε έσφυζε από ζωή φαινόταν να μην μπορεί πια να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση. Η μόνη ελπίδα ήταν να επεκταθεί το επαναστατικό κίνημα και σε άλλες πόλεις που παλιά ήταν σύμμαχοι των Αθηνών και έτσι να μεγαλώσει ξανά η σφαίρα επιρροής των Αθηνών και να δοθούν νέες ευκαιρίες στο εμπόριο και τη ναυτιλία.

Μετά το Θρασύβουλο, λοιπόν, ήρθε ο Κόνων που συνέβαλε καθοριστικά στην ανασύσταση της παλιάς δύναμης της Αθήνας. Εκμεταλλευόμενος το μίσος των Περσών κατά των Σπαρτιατών πέτυχε με μεγαλοφυείς διπλωματικές ενέργειες να αποκτήσει την εμπιστοσύνη τους και να απελευθερώσει πολλές ελληνικές πόλεις. Ο Κόνων γύρισε το 393 π.Χ. στον Πειραιά θριαμβευτής φέρνοντας μαζί του πλοία και χρήματα. Ξεκίνησε, έτσι, η ανοικοδόμηση των τειχών Αθήνας- Πειραιά που είχαν καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Επιπλέον, ανακατασκευάστηκαν οι πολιτικοί ναύσταθμοι, διάφορα κτίσματα στρατιωτικής φύσης αλλά και όσοι ναοί είχαν υποστεί φθορά. Το έργο του Κόνωνα εγκαινίαζε για το λιμάνι και την πόλη του Πειραιά μια νέα περίοδο ισάξια αυτής του Θεμιστοκλή και του Περικλή.

Τη σημαντικότατη αυτή πρόοδο του Πειραιά διέκοψε ένα γεγονός το 387 π.Χ.. Τότε η Σπάρτη συνεταιρίστηκε τους Αιγινήτες και κατάφερε να αρπάξει σε ένα βράδυ σχεδόν όλα τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι. Αυτό φυσικά ήταν μεγάλη ζημιά για την πόλη που μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται από τα δεινά του Πελοποννησιακού πολέμου και της Σπαρτιατικής ηγεμονίας. Παρόλα αυτά, η πόλη συνέχισε να σημειώνει βελτίωση σε όλους τους τομείς. Οι νέοι αρμόδιοι έλαβαν υπόψη τους την ευνοϊκή θέση του λιμανιού και εκπονήθηκαν μελέτες και προγράμματα που θα συνέβαλλαν στη δημιουργία οικονομικών πλεονεκτημάτων από την ανάπτυξη της κίνησης του λιμανιού. Η εμπορική θέση της χώρας, το Αθηναϊκό νόμισμα και η υπεροχή των βιομηχανικών προϊόντων της Αττικής άρχισαν και πάλι να προσελκύουν τους εμπόρους των ξένων πόλεων, που έρχονταν στον Πειραιά για να εγκατασταθούν.

Κάτω από το νέο δημοκρατικό πολίτευμα ο Πειραιάς βγαίνει από τη μέχρι τότε οικονομική κρίση και αντιμετωπίζει με θάρρος και αισιοδοξία τη λύση των προβλημάτων του. Βελτιώσεις παρατηρούνται σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους και τα οικονομικά φαινόμενα μελετώνται με μεγάλη προσοχή. Έτσι, με την αναζωογόνηση των ανταλλαγών και την εξαγωγική ικανότητα της βιοτεχνίας και βιομηχανίας του Πειραιά, το λιμάνι μπαίνει στη δεύτερη περίοδο ακμής και κυριαρχίας στη Μεσόγειο.

Μπορεί όμως να υπήρχαν όλες οι γεωπολιτικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του Πειραιά, έλλειπε όμως το ηθικό έρεισμα από μέρους της πολιτείας. Οι αδιάκοποι πόλεμοι, οι ρήξεις των αντιμαχόμενων πολιτικών μερίδων, η φθορά των δημόσιων και ιδιωτικών οικονομικών δε θα επέτρεπαν στον Πειραιά να ανακτήσει την παλιά του ακμή και δόξα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα ακολουθούσε μια περίοδος ανάκαμψης.

Παράλληλα, η συμπεριφορά της Σπάρτης προς τις άλλες ελληνικές πόλεις έκανε τις δεύτερες να δυσαρεστηθούν και αναμένουν την κατάλληλη ευκαιρία για να αποστατήσουν. Η αρχή έγινε με την απελευθέρωση της Θήβας, γεγονός που αναπτέρωσε το θάρρος της Αθήνας ώστε να αποφασίσει να κηρύξει πόλεμο κατά της Σπάρτης. Η Αθήνα μπήκε σε μια περίοδο πολεμικής αναδιοργάνωσης, στην οποία δέχθηκε βοήθεια από όλες τις πόλεις που είχαν αποστατήσει από την τυραννία των Σπαρτιατών. Αυτό το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ο Πειραιάς κέντρο των συμμαχικών προπαρασκευών και έδρα των συναντήσεων των βιομηχάνων και των τεχνικών για τη ρύθμιση του προγράμματος των πρώτων υλών και εξοπλισμών.

Οι Σπαρτιάτες εξοργίσθηκαν με τις συντονισμένες προπαρασκευές των Αθηναίων και περιέπλευσαν τις Κυκλάδες για να συλλάβουν τα φορτία σιταριού που προορίζονταν για τον Πειραιά. Η επιτυχημένη αποστολή, όμως, από την Αθήνα και τον Πειραιά, του Χαβρία απέτρεψε μια πιθανή κρίση τροφίμων για την Αττική.

Παρά το ότι συνομολογήθηκε ειρήνη με τους Σπαρτιάτες το 374 π.Χ., λίγο αργότερα οι αντιμαχόμενες πόλεις άρχισαν εκ νέου τις φιλονικίες. Ο πόλεμος είχε αποδείξει ότι οι Αθηναίοι δεν ήταν σε θέση να επιβάλουν την ηγεμονία τους μέσω των όπλων και ως εκ τούτου έπρεπε να ανακτήσουν τα πρωτεία όχι διεξάγοντας φιλόδοξη πολιτική, αλλά με την ηθική επιβολή. Από την πολιτική αυτή γεννήθηκε και η προσδοκία για την επάνοδο του Πειραιά στην προνομιούχα του θέση ως κέντρο του διεθνούς εμπορίου.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Η άνθιση του Πειραιά έφτασε στο απόγειό της κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα και συνεχίστηκε και κατά τον 4ο, μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Μετά, άρχισε μια σαφής πτώση, δεδομένου ότι κατέφθαναν πολλοί λιγότεροι ξένοι και αγκυροβολούσαν λιγότερα πλοία. Όμως και ο πληθυσμός της Αθήνας άρχισε να αυξάνεται και κατά συνέπεια μειωνόταν συνεχώς το πλήθος των γεωργικών προϊόντων προς εξαγωγή. Ο θόρυβος ζωής στα λιμάνια του Πειραιά συνεχώς έσβηνε και ενώ τα ναυπηγεία είχαν ολοένα και λιγότερες παραγγελίες για κατασκευή πλοίων. Η πτώση αυτή του Πειραιά είχε σαφή και άμεσο αντίκτυπο και στην Αθήνα που κατά πολύ βασιζόταν στην εμπορική και ναυτική δραστηριότητα του λιμανιού της, και στους φόρους που εισέπραττε από αυτήν. Έτσι, με το τέλος του 4ου αιώνα άρχισαν και οι δύο πόλεις να γνωρίζουν τη δύση τους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Δημάκης, Π. (1994). Πρόσωπα και θεσμοί της Αρχαίας Ελλάδας. Αθήνα: Παπαδήμας.

Εγκυκλοπαίδεια, (1996). Πάπουρος λαρούς μπριτάνικα. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος.

Καρατζάς, Θ. (1996). Η χρηματοδότηση του θαλάσσιου εμπορίου στο Δημοσθένη. Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.

Πανάγος, Χ. (1944). Ο Πειραιεύς: οικονομική και ιστορική έρευνα από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αθήνα: Άλφα.

--------------------------------------------------------------------------------

* Σύμφωνα με τον Ιταλό δικαιοδίφη U. E. Paoli, στο χωρίο αυτό του Δημοσθένη υπάρχει μια αντίφαση: δεν ήταν δυνατό οι ξένοι που παρίσταντο στις δίκες να είναι αναγκασμένοι να παραμένουν όλο το χειμώνα στο λιμάνι, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Η εξήγηση που προτείνει είναι ότι ο μεσαιωνικός αντιγραφέας έκανε λάθος και ανέτρεψε την λογική σειρά των γεγονότων. Έτσι, οι δίκες πραγματοποιούνταν κατά τους θερινούς μήνες, από Μάρτη μέχρι Σεπτέμβρη. Με την εναλλαγή αυτή το κείμενο μοιάζει συνεπέστερο: οι έμποροι δικαιούνταν να ασκήσουν αγωγή για όποια εμπορική τους διαφορά μόλις έρχονταν την άνοιξη στον Πειραιά. Μάλιστα, χάρη στο σύστημα των έμμηνων δικών μπορούσαν να ελπίζουν ότι γρήγορα θα εκδιδόταν και η απόφαση που επιθυμούσαν ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αποπλεύσουν εγκαίρως, για να προλάβουν να πραγματοποιήσουν τις μεταφορές που είχαν αναλάβει.

Πειραιάς Νησιά Σαρωνικού Ιστορία Κουλτούρα Καλωσήρθατε στον Πειραιά Εκπαίδευση Γκαλερί Επιχειρήσεις Επικοινωνία Γνωρίζετε;


Counter

Home Up Καλωσήρθατε στον Πειραιά Welcome to Piraeus Willkommen in Piraeus Bienvenue au Pirée Bienvenidos Welcome Velkommen Welkom in Piraeus Witam w Pireusie

"Piraeus Youthweb" project no: 3.1/R5/2002/06 Copyright © 2002 - 2006 by: "T.E.S" All rights reserved.